Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Με γνωμοδότησή της η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα κατεδαφίζει το νόμο Μητσοτάκη για την αξιολόγηση

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ                    
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Αθήνα, 26-06-2014
Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/4051/26 -06-2014

                                                                    ΓΝΩΜΟ∆ΟΤΗΣΗ 4/2014

Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε µετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε συνεδρίαση την 24.04.2014 και την 25.06.2014, ηµέρα Τετάρτη και ώρα 10.00 π.µ. στο κατάστηµά της, προκειµένου να γνωµοδοτήσει για την εφαρµογή του Ν.4250/2014 «∆ιοικητικές Απλουστεύσεις -Καταργήσεις, Συγχωνεύσεις Νοµικών Προσώπων και Υπηρεσιών του ∆ηµοσίου Τοµέα- Τροποποίηση του π.δ. 318/1992 (Α161) και λοιπές ρυθµίσεις ». στις συνεδριάσεις παρέστησαν οι Π. Χριστόφορος, Πρόεδρος, Λ. Κοτσαλής, Α.Ι. Μεταξάς, ∆. Μπριόλας, Α. Συµβώνης, Κ. Χριστοδούλου, Π. Τσαντίλας, τακτικά µέλη. Επίσης παρέστη, χωρίς δικαίωµα ψήφου, η Ε. Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος ∆ιοικητικών και Οικονοµικών Υποθέσεων, ως γραµµατέας µετά από εντολή του Προέδρου.
Μετά την δηµοσίευση του ν.4250/2014 και ειδικότερα των άρθρων 20 έως 30, µε τα οποία τροποποιείται το Π.∆. 318/1992, η Αρχή συνήλθε στο κατάστηµά της κατά τις προαναφερθείσες ηµεροµηνίες προκειµένου να γνωµοδοτήσει για την εφαρµογή των διατάξεων αυτών. Αφού εξέτασε τα νοµικά ζητήµατα τα οποία προκύπτουν από την εφαρµογή των διατάξεων αυτών εκδίδει την ακόλουθη γνωµοδότηση
ΓΝΩΜΟ∆ΟΤΗΣΗ
Η Πολιτεία προκειµένου να αντιµετωπίσει το φαινόµενο της εξίσωσης όλων των υπαλλήλων  της   µε  το   σύστηµα  της   αξιολογήσεως  του  Π.∆.   318/1992,   όπως
εφαρµοζόταν µέχρι σήµερα, κατά το οποίο ποσοστό περίπου 90% των υπαλλήλων εβαθµολογείτο µε βαθµό άριστα 9-10, ένα µικρό ποσοστό µε βαθµό λίαν καλώς 7-8 και ελάχιστοι υπάλληλοι εβαθµολογούντο µε βαθµό 6 και κατώτερους, ηθέλησε να αντιδράσει αποτελεσµατικά προβάλλοντας έντονα ότι τα ποσοστά αυτά δεν ανταποκρίνονται στην πραγµατικότητα και δεν επαληθεύονται διεθνώς και θεσµοθετώντας την καθιέρωση µιας ποσόστωσης η οποία, κατά την εκτίµησή της, θα ανταποκρίνεται, πληρέστερα προς τα ορθά όρια της αξιολόγησης του υπαλληλικού προσωπικού. Η ένδειξη ότι ένα ποσοστό 25% περίπου αποτελεί τους άριστους δηµοσίους υπαλλήλους, ένα ποσοστό 60% αποτελεί τους πολύ καλούς και ένα ποσοστό 15% καλύπτει εκείνους που χρήζουν βελτιώσεως ώστε να καταστούν λίαν καλοί υπάλληλοι, µπορεί να ανταποκρίνεται στην πραγµατικότητα πολύ περισσότερο από το ισχύον ισοπεδωτικό καθεστώς των κατ’ απόλυτη πλειοψηφία αρίστων και επαληθεύεται ενδεχοµένως κατά την λειτουργία των µεγάλων υπηρεσιακών µονάδων σε επίπεδο γενικών διευθύνσεων.
Όµως η ρύθµιση του άρθρου 20 του ν.4250/2014, µε θέσπιση εκ των προτέρων ανώτατων ποσοστών ανά κλίµακα βαθµολόγησης που υποχρεωτικά τηρούνται και µε ελάχιστο ποσοστό για τους βαθµούς 1-6 το 15%, το οποίο µπορεί µόνο να αυξηθεί αν δεν καλυφθεί το ποσοστό των βαθµολογουµένων µε τους βαθµούς 7-8, δηµιουργεί σοβαρά προβλήµατα τόσο για τους αξιολογητές όσο κυρίως για τους αξιολογούµενους υπαλλήλους, ιδίως εκείνους που πρέπει αναγκαστικά να καλύψουν ποσοστό του 15%. Και τούτο διότι :
α) Προκαλείται πρόβληµα συνείδησης για τον αξιολογητή όταν πρέπει να βαθµολογήσει υπαλλήλους µε βαθµό κατώτερο αυτού που δικαιούνται σύµφωνα µε την αµερόληπτη αξιολογική του κρίση και µάλιστα να τον εντάξει στην κατηγορία του 15%..
β) Προκαλείται πιο σοβαρό πρόβληµα για τους αξιολογούµενους που κατατάσσονται στη χαµηλότερη ή µεσαία κλίµακα βαθµολογίας, αφού η όποια προσπάθεια βελτίωσης της απόδοσής τους, την οποία επιδιώκει ο νοµοθέτης µε το άρθρο 22 του αυτού νόµου, δεν θα αντανακλάται οπωσδήποτε σε βελτίωση της βαθµολογίας τους, αφού το τελευταίο εξαρτάται και από την σταθερότητα της απόδοσης όσων συναδέλφων τους προηγούνται βαθµολογικά, για το λόγο ότι πρέπει να τεθεί σε ορισµένους εκ των προηγουµένων βαθµολογία χαµηλότερη για να υπάρξει ευχέρεια ανόδου της βαθµολογίας των υπαλλήλων της µεσαίας και ιδιαίτερα της χαµηλότερης κλίµακας. Κατ’ αυτό τον τρόπο η επιβολή υποχρεωτικής ποσόστωσης, ειδικώς της
χαµηλότερης επίδοσης, εκτός των προβληµάτων συνταγµατικότητας που θα δηµιουργήσει, έρχεται σε αντίθεση µε την αξιοκρατική αξιολόγηση των υπαλλήλων και την επιδιωκόµενη πραγµατική βελτίωση της απόδοσής τους µέσω αυτής, δηλαδή µε τους στόχους του ίδιου του νόµου όπως αναφέρονται στην αιτιολογική έκθεση, καθώς ο αξιολογούµενος ακόµη και αν βελτιωθεί δεν συνεπάγεται ότι θα µπορέσει να υπαχθεί στην ανώτερη βαθµολογικά κλίµακα αν δεν µειωθεί η επίδοση άλλων συναδέλφων του. Αυτή µάλιστα η συνέπεια επαυξάνεται αν κάποιος υπάλληλος υπηρετεί σε οργανική µονάδα που δεν σχετίζεται µε τις προτεραιότητες της ασκούµενης πολιτικής. Έτσι τελικά οι υπάλληλοι δεν έχουν πράγµατι ίσες ευκαιρίες και ίση µεταχείριση και δεν εναπόκειται στους ίδιους να τύχουν αξιολόγησης στην ανώτερη κατηγορία βαθµολογικής κλίµακας.
γ) Τα προβλεπόµενα κριτήρια, κατά το άρθρο 20 παρ. 5 του ν.4250/2014, για τον επιµερισµό των ποσοστών ανά κλίµακα βαθµολόγησης και οργανική µονάδα, δηλαδή η αποτελεσµατικότητα και η αποδοτικότητα των µονάδων, οι αρµοδιότητες των οργανικών µονάδων σε σχέση µε τις προτεραιότητες της ασκούµενης πολιτικής και η κατανοµή των υπαλλήλων ανά οργανική µονάδα, είναι αφενός αντικειµενικά και αφετέρου ενέχουν εκτίµηση της αξίας των κατεχόµενων από τους υπαλλήλους θέσεων, αφού η «αξιολόγηση» των οργανικών µονάδων, επί των οποίων θα κατανεµηθεί το ποσοστό µε σοβαρές επιπτώσεις στην ποσόστωση, πραγµατοποιείται πριν την αξιολόγηση των υπαλλήλων και ως ένα σηµείο την δεσµεύει, πράγµα που αντιβαίνει στην αυτοτελή αξιολόγηση κάθε υπαλλήλου.
δ) Συνεπώς, η προβλεπόµενη ποσόστωση ανά κλίµακα βαθµολόγησης, αν και στοχεύει στην αντιµετώπιση της υφιστάµενης ισοπεδωτικής πρακτικής αξιολόγησης, θα µπορούσε να αποτελεί µόνο στόχο διοικητικής πολιτικής και όχι προκαθορισµένο δεσµευτικό αποτέλεσµα.
ε) Επιπλέον όλως ειδικές δυσχέρειες πρακτικής εφαρµογής των διατάξεων του ν.4520/2014 ανακύπτουν στην ΑΠ∆ΠΧ.
Όπως είναι γνωστό η ΑΠ∆ΠΧ προβλέπεται ειδικά από τα άρθρα 9 Α του Συντάγµατος και τα του προσωπικού της ρυθµίζονται από το ν.3051/2002 όπως σχετικά πρόσφατα τροποποιήθηκε από το ν.4055/2012.
Η Γραµµατεία της ΑΠ∆ΠΧ έχει οργανωθεί σε επίπεδο ∆ιευθύνσεως µε τρία Τµήµατα και σε αυτήν υπηρετούσαν κατά το έτος 2013 37 υπάλληλοι εκ των οποίων 20 υπάλληλοι ως ΕΕΠ του Κλάδου Ελεγκτών, 3 υπάλληλοι του Τµήµατος Επικοινωνίας και 14 υπάλληλοι του Τµήµατος ∆ιοικητικού - Οικονοµικού.
Οι υπάλληλοι του Κλάδου Ελεγκτών µε το άρθρο 112 του ν.4055/2012 αναγνωρίσθηκαν ως ειδικό επιστηµονικό προσωπικό λόγω των αυξηµένων προσόντων τους (διδακτορικό δίπλωµα ή τουλάχιστον µεταπτυχιακό και άριστη τουλάχιστον γνώση Αγγλικής Γλώσσας) και κατά την ρητή πρόβλεψη του άρθρου 61 του ν.4055/2012 εκτελούν την κύρια αποστολή της Αρχής. Οι υπάλληλοι του Τµήµατος Επικοινωνίας βοηθούν το έργο των ελεγκτών και εξασφαλίζουν την επικοινωνία της Αρχής µε τις άλλες αρχές του εξωτερικού, ως και την επικοινωνία µε τους πολίτες και το Τµήµα ∆ιοικητικό - Οικονοµικό εξασφαλίζει τη λειτουργία της Αρχής ως υπηρεσιακής µονάδας.
Υπό τα δεδοµένα αυτά λόγω του µικρού µεγέθους της Αρχής σε επίπεδο ∆ιευθύνσεως µε τρία Τµήµατα, αλλά και του ειδικού χαρακτήρα υπηρεσιακού συµβουλίου της Αρχής που προβλέπεται από το άρθρο 61 του ν.4055/2012, είναι νοµικά αδύνατη η δηµιουργία της προβλεπόµενης από το άρθρο 30 του ν.4250/2014 Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης, η οποία έχει ως έργο την αξιολόγηση των ενστάσεων και των εξαιρετικών επιδόσεων των υπαλλήλων. Η ύπαρξη της Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης είναι κοµβικής σηµασίας για την λειτουργία του συστήµατος αξιολόγησης αφού κατά την αιτιολογική έκθεση του νόµου αποτελεί τον «θεµατοφύλακα» της αξιολόγησης. Εξ ετέρου ο νοµοθετικός προσδιορισµός των ελεγκτών ως εκπληρούντων την κύρια αποστολή της αρχής επιβάλλει την κατά προτεραιότητα εξαίρεση αυτών από το ποσοστό τουλάχιστον του 15%, αλλά και µεγάλου µέρους από το ποσοστό 60%, οπότε, αν δεν εξαιρεθούν της ρύθµισης, καθίσταται ιδιαίτερα δυσµενής η θέση των υπαλλήλων των άλλων Τµηµάτων. Στο σηµείο αυτό πρέπει να σηµειωθεί ότι για το ειδικό επιστηµονικό προσωπικό του Συνηγόρου του Πολίτη (άρθρ. 5 παρ. 2 ν.3094/2013) και το ειδικευµένο επιστηµονικό προσωπικό του ΑΣΕΠ ισχύει ειδικός τρόπος αξιολόγησης.
Συνεπώς εκ νοµικών και πραγµατικών λόγων είναι ανεφάρµοστη τουλάχιστον η υποχρεωτική ποσόστωση του άρθρου 20 του ν.4250/2014 στην ΑΠ∆ΠΧ.
Ο Πρόεδρος                                             Η Γραµµατέας
Πέτρος Χριστόφορος                             Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: